Παραμένει ενεργό το ενδιαφέρον των νοικοκυριών για αγορά κατοικίας
Του Μακη Θεοδωρατου
Το 2005 μπορεί να χαρακτηρίστηκε από έντονη αύξηση της ζήτησης αλλά και των τιμών των ακινήτων, αλλά οι προοπτικές ανάπτυξης της αγοράς κατοικίας παραμένουν ιδιαίτερα ευνοϊκές, με το ενδιαφέρον των νοικοκυριών να παραμένει ενεργό στο προσεχές διάστημα. Παράλληλα, παρά τις μεγάλες αυξήσεις του περυσινού έτους, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι τιμές θα συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία. Μάλιστα, η συντριπτική πλειοψηφία (80%) εκτιμά ότι η αύξηση της αξίας των ακινήτων της περιοχής τους θα κινηθεί σε διψήφια ποσοστά. Η εκτίμηση για συνεχιζόμενη άνοδο των τιμών πηγάζει από την πεποίθηση της πλειοψηφίας των ελληνικών νοικοκυριών για την ασφάλεια της επένδυσης σε κατοικία. Μάλιστα, το 10% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι μακροπρόθεσμα μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικές υπεραξίες μέσα από την άνοδο των τιμών, πουλώντας κάποιο ακίνητο στο πλαίσιο μιας επενδυτικής κίνησης χαμηλού ρίσκου. Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από πρόσφατη έρευνα που πραγματοποίησε η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και Προβλέψεων της Eurobank σε συνεργασία με την εταιρεία δημοσκοπήσεων Metron Analysis. Από την έρευνα προκύπτει ότι το 2-8% του δείγματος εμφανίζει πρόθεση αγοράς/δόμησης κύριας κατοικίας το τρέχον έτος και 4-18% μέσα στην επόμενη πενταετία. Αντιθέτως, σε χαμηλότερα επίπεδα κινούνται οι προοπτικές ανέγερσης δεύτερης κατοικίας τόσο για το τρέχον έτος όσο και την επόμενη πενταετία.
Σύμφωνα με την έρευνα της Eurobank, το γεγονός ότι τα ποσοστά των νοικοκυριών που εμφανίζουν πρόθεση αγοράς κατοικίας στο τρέχον έτος ή την επόμενη πενταετία είναι ιδιαίτερα σημαντικά, δεδομένου ότι στη διάρκεια της τελευταίας διετίας οι αγορές του real estate και της στεγαστικής πίστης σημείωσαν ισχυρή ανάπτυξη. Οι αναλυτές της Eurobank εκτιμούν ότι η ζήτηση νέων κατοικιών (αριθμός κατοικιών) θα αυξηθεί την επόμενη πενταετία με ρυθμούς υψηλότερους από αυτούς του παρελθόντος. Συγκεκριμένα, το ποσοστό αύξησης τοποθετείται στο 3,5% έναντι 2,6% την περίοδο 2004-2005 και 2% την τριετία 2000-2003. Η παραπάνω εκτίμηση στηρίζεται στο αυξημένο ενδιαφέρον των νοικοκυριών για την απόκτηση κατοικίας, ιδιαίτερα σε νέα νοικοκυριά με υψηλό εισόδημα και υψηλή δανειοληπτική ικανότητα, αλλά και σε δημογραφικούς - κοινωνικούς λόγους. Η αύξηση του πληθυσμού λόγω της οικονομικής μετανάστευσης θεωρείται δεδομένη, καθώς και η αύξηση του αριθμού των νοικοκυριών λόγω της μείωσης του μεγέθους του μέσου νοικοκυριού.
Η έρευνα σκιαγραφεί το προφίλ του Ελληνα ιδιοκτήτη. Δύο στους τρεις σημερινούς αγοραστές προέρχονται από ενοικιαζόμενοι κατοικία, ενώ ποσοστό 60% όταν αγόρασαν / έκτισαν κύρια κατοικία αναβάθμισαν το μέγεθος του σπιτιού τους. Παράλληλα, το 53,7% των έως σήμερα αγοραστών έχει αγοράσει ακίνητο καινούριας κατασκευής. Η μέση επιφάνεια στην περιοχή έρευνας –μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας– είναι τα περίπου 85 τ.μ. Βάσει των στοιχείων της Eurostat, στον μέσο Ελληνα αναλογούν περίπου 1,3 δωμάτια, που είναι και η χαμηλότερη αναλογία στη Zώνη του Eυρώ.
Η πεποίθηση ότι οι τιμές των ακινήτων θα συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία σε συνδυασμό με το έντονο ενδιαφέρον απόκτησης κατοικίας χαρακτηρίζεται από τους αναλυτές της τράπεζας ως ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα. «Ο παραπάνω συνδυασμός εξηγεί σε κάποιο βαθμό τη μεγάλη άνοδο στις τιμές των ακινήτων την τελευταία πενταετία πέρα από τους μακροοικονομικούς παράγοντες της αγοράς ακινήτων, όπως η σημαντική μείωση των επιτοκίων μετά την είσοδο της Ελλάδας στην ΟΝΕ και την εκτίναξη της στεγαστικής πίστης. Η χαμηλή ελαστικότητα της προσφοράς παλαιών κατοικιών στις τιμές των ακινήτων οδηγεί σε μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών σε περιόδους έντονης ζήτησης, καθώς οι ιδιοκτήτες παλαιών κατοικιών δεν πωλούν, προτιμώντας να εκμεταλλεύονται τις δευτερεύουσες κατοικίες τους», υπογραμμίζει η έκθεση.
Αν και το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα είναι υψηλό, εκτιμάται στο 74%, ενώ είναι αρκετά υψηλότερο στην ύπαιθρο, η αγορά κύριας κατοικίας εμφανίζει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην έρευνα υπογραμμίζεται ότι μπορεί η πρόθεση αγοράς να κινείται σε υψηλά επίπεδα, αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει εξαιτίας της μεταβολής των προσδοκιών των νοικοκυριών για τις μελλοντικές τιμές των ακινήτων, αλλά και το καθεστώς φορολόγησης παλαιών και νέων οικοδομών. Υπό την έννοια αυτή, η πρόσφατη αύξηση των αντικειμενικών αξιών και η επιβολή του ΦΠΑ θα αποτελέσει ένα σημαντικό τεστ για την αγορά ακινήτων. Επιπλέον, τα επιτόκια εισέρχονται σε ανοδική τροχιά σε μια περίοδο που η οικονομία της Eυρωζώνης εμφανίζει σαφείς ενδείξεις ανάκαμψης και το ακριβό πετρέλαιο ασκεί πληθωριστικές πιέσεις. Ομως, οι αυξήσεις του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ στο προσεχές 12μηνο δεν αναμένεται να υπερβούν τις 50 μονάδες βάσης.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economyepix_546682_21/01/2006_170770